- αιωρητικός
- -ή, -ό [αιώρηση]ο σχετικός με την αιώρηση ή ο κατάλληλος γι’ αυτήν.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
αιώρηση — η (Α αἰώρησις) το να αιωρείται να ταλαντεύεται κάποιος ή κάτι, παλίνδρομη κίνηση στον αέρα νεοελλ. 1. (ως γυμναστική άσκηση) η ταλάντευση τού σώματος ως εκκρεμούς από μονόζυγο 2. (στη γλώσσα τών ναυτικών) η ανάρτηση τών κρεμαστών κλινών για την… … Dictionary of Greek